top of page

Γιάννης Παππάς: «Η γνώση του Διεθνούς Δικαίου και η ενίσχυση της νησιωτικότητας αποτελούν στοιχεία εθνικής στρατηγικής»

πριν από 8 λεπτά
διαβάστηκε 7 λεπτά

Στην επιστημονική εκδήλωση του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του δικηγόρου και διεθνολόγου Γεωργίου Ι. Νούλα, «Η Αμφισημία των αποφάσεων των Διεθνών Δικαστηρίων για την αναγνώριση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας σε νησιωτικά κράτη. Η εφαρμογή στο Αιγαίο και η ελληνική διπλωματική ανάγνωση», παρέστη και απηύθυνε χαιρετισμό ο Βουλευτής Δωδεκανήσου Γιάννης Παππάς.

 

Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 1 Οκτωβρίου στην αίθουσα συνεδριάσεων του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου, με τη συμμετοχή εκπροσώπων της νομικής και ακαδημαϊκής κοινότητας.

 

Ο Γιάννης Παππάς συνεχάρη θερμά τον συγγραφέα για μια μελέτη απαιτητική, επίκαιρη και ιδιαίτερα χρήσιμη για την ουσιαστική προσέγγιση των ζητημάτων του Δικαίου της Θάλασσας και ειδικότερα της ελληνικής περίπτωσης. Όπως σημείωσε, ο τίτλος του βιβλίου αποτυπώνει με ακρίβεια τη δυσκολία ενός σύνθετου ζητήματος, στο οποίο οι κανόνες του Διεθνούς Δικαίου συνδέονται με την εφαρμογή τους, τη διεθνή νομολογία, τις ιδιαίτερες γεωγραφικές συνθήκες κάθε υπόθεσης και την αναζήτηση μιας δίκαιης λύσης.

 

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα άρθρα 74 και 83 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, τα οποία αφορούν την οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας. Όπως τόνισε, οι συγκεκριμένες διατάξεις προσδιορίζουν τον επιδιωκόμενο σκοπό, δηλαδή μια συμφωνία που θα οδηγεί σε δίκαιη λύση, χωρίς να επιβάλλουν μία συγκεκριμένη και αποκλειστική μέθοδο οριοθέτησης. Αυτή ακριβώς η απουσία ενός απολύτως μηχανικού κανόνα καθιστά τη διεθνή νομολογία ιδιαίτερα σημαντική.

 

Ο Βουλευτής Δωδεκανήσου αναφέρθηκε επίσης στην εξέλιξη της διεθνούς νομολογίας μέσα από συγκεκριμένες υποθέσεις, από την Υφαλοκρηπίδα της Βόρειας Θάλασσας και τον Κόλπο του Μέιν έως τη Γροιλανδία και το Γιαν Μαγιέν, το Κατάρ και το Μπαχρέιν, τη Μαύρη Θάλασσα και τη νήσο Σέρπεντ. Όπως σημείωσε, μέσα από αυτές τις αποφάσεις αναδεικνύεται ότι έννοιες όπως η ίση απόσταση, οι ειδικές περιστάσεις, η αναλογικότητα και η ευθυδικία δεν λειτουργούν πάντοτε με τον ίδιο τρόπο, αλλά εξετάζονται σε συνάρτηση με τα ιδιαίτερα δεδομένα κάθε υπόθεσης.

 

Ιδιαίτερη σημασία, όπως υπογράμμισε, έχει για τη Δωδεκάνησο και την Ελλάδα η αναφορά της μελέτης στο Καστελλόριζο. Ο συγγραφέας εξετάζει την υφαλοκρηπίδα και τη δυνητική ΑΟΖ του νησιού, καθώς και τη διάκριση ανάμεσα στην ύπαρξη δικαιωμάτων των νησιών και στην επήρεια που μπορεί να έχουν κατά την τελική οριοθέτηση.

 

«Ως Βουλευτής Δωδεκανήσου, διαβάζω αυτή τη μελέτη και αναπόφευκτα η σκέψη μου πηγαίνει στο Καστελλόριζο», ανέφερε ο Γιάννης Παππάς, τονίζοντας ότι η υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων απαιτεί γνώση της Σύμβασης, γνώση της διεθνούς νομολογίας, σοβαρή προετοιμασία και σταθερή διπλωματική επιχειρηματολογία.

 

Στη συνέχεια, ο Γιάννης Παππάς συνέδεσε τη συζήτηση για το Δίκαιο της Θάλασσας με τη σημασία της νησιωτικότητας για την Ελλάδα. Όπως τόνισε, «η Ελλάδα δεν είναι απλώς μια χώρα που έχει νησιά. Είναι μια χώρα που έχει δομηθεί ιστορικά, οικονομικά και γεωπολιτικά γύρω από τη θάλασσα και τη νησιωτικότητά της». Για τον λόγο αυτό, η ενίσχυση των νησιών δεν αποτελεί μόνο ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης ή περιφερειακής ανάπτυξης, αλλά και ζήτημα εθνικής στρατηγικής.

 

Αναφέρθηκε παράλληλα στην ανάγκη ουσιαστικότερης συνταγματικής κατοχύρωσης της νησιωτικότητας, σημειώνοντας ότι η ιδιαίτερη μεταχείριση των νησιών θα πρέπει να μεταφράζεται σε συγκεκριμένες και διαρκείς πολιτικές, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη το αυξημένο κόστος, τις ιδιαίτερες συνθήκες και τις ανάγκες των νησιωτικών κοινωνιών. Όπως ανέφερε, «σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, η νησιωτικότητα δεν είναι εξαίρεση· είναι βασικό στοιχείο της ίδιας της γεωγραφικής, οικονομικής και εθνικής της ταυτότητας».

 

Ο Γιάννης Παππάς υπογράμμισε ακόμη ότι η νησιωτική πολιτική χρειάζεται ολοκληρωμένη στρατηγική, η οποία θα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα τις μεταφορές και την προσβασιμότητα, την υγεία και την εκπαίδευση, την ενέργεια και το νερό, τις υποδομές, την επιχειρηματικότητα, τον τουρισμό, την ψηφιακή συνδεσιμότητα, την προστασία του περιβάλλοντος και την αξιοποίηση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων των νησιών.

 

«Ένα νησί που έχει πληθυσμό, οικονομική δραστηριότητα, υποδομές, σχολεία, υγεία, συνδέσεις, επιχειρήσεις και νέους ανθρώπους που μπορούν να παραμείνουν και να δημιουργήσουν στον τόπο τους, είναι ένα ισχυρό νησί. Και ένα ισχυρό νησί σημαίνει μια ισχυρότερη Ελλάδα στη θάλασσα», σημείωσε.

 

Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η ανάπτυξη ενός νησιού δεν δημιουργεί από μόνη της νομικά δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες, καθώς «τα κυριαρχικά μας δικαιώματα θεμελιώνονται στο Διεθνές Δίκαιο». Η ουσιαστική ενίσχυση των νησιωτικών κοινωνιών, όμως, αποτελεί βασικό στοιχείο της πραγματικής παρουσίας της Ελλάδας στον νησιωτικό της χώρο.

 

«Για εμάς τους Δωδεκανήσιους, αυτή η συζήτηση έχει συγκεκριμένα ονόματα. Ρόδος. Κάρπαθος. Κάσος. Κως. Κάλυμνος. Λέρος. Σύμη. Καστελλόριζο», ανέφερε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι όταν μιλάμε για θαλάσσιες ζώνες στην περιοχή μας, δεν μιλάμε για αφηρημένες γραμμές πάνω σε έναν χάρτη, αλλά για έναν γεωγραφικό χώρο όπου συναντώνται το Διεθνές Δίκαιο, η εξωτερική πολιτική, η ασφάλεια, η οικονομία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας.

 

Κλείνοντας, ο Γιάννης Παππάς υπογράμμισε τη σημασία της σύνδεσης της νομικής γνώσης με τη διπλωματία και συνεχάρη τον Γιώργο Νούλα για την έρευνα και τη συμβολή του στον δημόσιο διάλογο. Όπως σημείωσε, τέτοιες μελέτες βοηθούν τη συζήτηση για τα εθνικά θέματα να ξεφύγει από τις εύκολες διατυπώσεις και να περάσει στην ουσία.

 

«Χρειαζόμαστε γνώση, τεκμηρίωση, σοβαρότητα και σταθερή προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο», τόνισε, ευχόμενος το βιβλίο να διαβαστεί, να συζητηθεί και να αποτελέσει αφορμή για έναν γόνιμο διάλογο.


Ολόκληρη η ομιλία:


Κυρίες και κύριοι,


Θέλω να ευχαριστήσω θερμά για την πρόσκληση και να συγχαρώ τον Γιώργο Νούλα για μια μελέτη απαιτητική, επίκαιρη και, θα έλεγα, ιδιαίτερα χρήσιμη για όποιον θέλει να προσεγγίσει με σοβαρότητα τα ζητήματα του Δικαίου της Θάλασσας και ειδικά την ελληνική περίπτωση.


Ο τίτλος του βιβλίου περιγράφει με ακρίβεια και τη δυσκολία του εγχειρήματος.


Η «αμφισημία» των αποφάσεων των διεθνών δικαστηρίων μάς οδηγεί στην καρδιά ενός προβλήματος που έχει σημασία για την Ελλάδα.


Υπάρχουν οι κανόνες του Διεθνούς Δικαίου. Υπάρχει όμως και η εφαρμογή τους, η νομολογία, οι ιδιαίτερες γεωγραφικές συνθήκες κάθε υπόθεσης και η αναζήτηση αυτού που τα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα χαρακτηρίζουν ως δίκαιο αποτέλεσμα.


Ο συγγραφέας στέκεται ιδιαίτερα στα άρθρα 74 και 83 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, που αφορούν την οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας.


Και εδώ βρίσκεται ένα από τα σημεία του βιβλίου που θεωρώ περισσότερο ενδιαφέροντα.


Τα άρθρα αυτά προσδιορίζουν τον επιδιωκόμενο σκοπό, μια συμφωνία που θα καταλήγει σε δίκαιη λύση, χωρίς όμως να επιβάλλουν μία συγκεκριμένη και αποκλειστική μέθοδο οριοθέτησης.


Αυτή ακριβώς η απουσία ενός απολύτως μηχανικού κανόνα αφήνει χώρο στη νομολογία να αποκτά καθοριστική σημασία.


Και η μελέτη δεν μένει στη θεωρία.


Παρακολουθεί την εξέλιξη της διεθνούς νομολογίας μέσα από συγκεκριμένες υποθέσεις.


Από την Υφαλοκρηπίδα της Βόρειας Θάλασσας και τον Κόλπο του Μέιν έως τη Γροιλανδία και το Γιαν Μαγιέν, το Κατάρ και το Μπαχρέιν, τη Μαύρη Θάλασσα και τη νήσο Σέρπεντ.


Μέσα από αυτές τις αποφάσεις φαίνεται ότι έννοιες όπως η ίση απόσταση, οι ειδικές περιστάσεις, η αναλογικότητα και η ευθυδικία δεν λειτουργούν πάντοτε με τον ίδιο τρόπο.


Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Γιαν Μαγιέν. Η ίδια η μελέτη επισημαίνει την απόφαση του 1993, στο πλαίσιο μιας νομολογίας στην οποία το Δικαστήριο εξετάζει το αποτέλεσμα της οριοθέτησης με βάση τα ιδιαίτερα δεδομένα της συγκεκριμένης γεωγραφίας.


Το Διεθνές Δικαστήριο έχει πράγματι αντιμετωπίσει τη θαλάσσια οριοθέτηση μεταξύ Γροιλανδίας και Γιαν Μαγιέν ως αυτοτελή υπόθεση με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες της περιοχής.

 

Πρόκειται για ένα από τα παραδείγματα που εξηγούν γιατί η μελέτη του Γιώργου Νούλα επιμένει τόσο στη διάκριση ανάμεσα στην ύπαρξη ενός δικαιώματος και στην επήρεια ενός νησιού κατά την τελική οριοθέτηση.


Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για εμάς.


Ως βουλευτής Δωδεκανήσου, διαβάζω αυτή τη μελέτη και αναπόφευκτα η σκέψη μου πηγαίνει στο Καστελλόριζο.


Ο συγγραφέας αφιερώνει ξεχωριστή ενότητα ακριβώς στην υφαλοκρηπίδα και στη δυνητική ΑΟΖ του Καστελλορίζου.


Επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 121 παράγραφος 2 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, τα νησιά διαθέτουν κατ’ αρχήν δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Ταυτόχρονα όμως εξετάζει με ειλικρίνεια το δύσκολο ζήτημα της επήρειας κατά την οριοθέτηση και υπενθυμίζει ότι η έννοια αυτή έχει διαμορφωθεί μέσα από τη διεθνή νομολογία.


Και ακριβώς εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η αξία μιας τέτοιας μελέτης.


Δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις σε δύσκολα ζητήματα.


Μας υποχρεώνει να δούμε τα δεδομένα όπως είναι και να κατανοήσουμε ότι η υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων απαιτεί γνώση της Σύμβασης, γνώση της νομολογίας, σοβαρή προετοιμασία και σταθερή διπλωματική επιχειρηματολογία.


Γιατί η Ελλάδα δεν είναι απλώς μια χώρα που έχει νησιά.Η Ελλάδα είναι μια χώρα που έχει δομηθεί ιστορικά, οικονομικά και γεωπολιτικά γύρω από τη θάλασσα και τη νησιωτικότητά της.


Και αυτό σημαίνει ότι η ενίσχυση των νησιών μας δεν είναι μόνο ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης ή περιφερειακής ανάπτυξης.Είναι και ζήτημα εθνικής στρατηγικής.


Το ίδιο το Σύνταγμα, στο άρθρο 101 παράγραφος 4, επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιωτικών περιοχών και να μεριμνούν για την ανάπτυξή τους. Η πρόσφατη πρόταση μου για την αναθεώρηση της συγκεκριμένης συνταγματικής διάταξης κινείται ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση: να ενισχυθεί και να αποκτήσει ουσιαστικότερο περιεχόμενο η συνταγματική κατοχύρωση της νησιωτικότητας, ώστε η ιδιαίτερη μεταχείριση των νησιών να μην αποτελεί απλώς μια γενική συνταγματική επιταγή, αλλά να μεταφράζεται σε συγκεκριμένες και διαρκείς πολιτικές, που λαμβάνουν υποχρεωτικά υπόψη το αυξημένο κόστος, τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες των νησιωτικών κοινωνιών. Γιατί σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, η νησιωτικότητα δεν είναι εξαίρεση· είναι βασικό στοιχείο της ίδιας της γεωγραφικής, οικονομικής και εθνικής της ταυτότητας.

 

Αυτή η συνταγματική επιταγή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν την δούμε μέσα από τη σύγχρονη γεωπολιτική πραγματικότητα.


Ένα νησί που έχει πληθυσμό, οικονομική δραστηριότητα, υποδομές, σχολεία, υγεία, συνδέσεις, επιχειρήσεις και νέους ανθρώπους που μπορούν να παραμείνουν και να δημιουργήσουν στον τόπο τους, είναι ένα ισχυρό νησί.


Και ένα ισχυρό νησί σημαίνει μια ισχυρότερη Ελλάδα στη θάλασσα.Γι’ αυτό η νησιωτική πολιτική δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια σειρά από επιμέρους μέτρα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της καθημερινότητας.


Χρειάζεται ολοκληρωμένη στρατηγική.


Μια στρατηγική που θα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα τις μεταφορές και την προσβασιμότητα, την υγεία και την εκπαίδευση, την ενέργεια και το νερό, τις υποδομές, την επιχειρηματικότητα, τον τουρισμό, την ψηφιακή συνδεσιμότητα, την προστασία του περιβάλλοντος και την αξιοποίηση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων των νησιών.


Και αυτή ακριβώς είναι η αξία μιας ολοκληρωμένης νησιωτικής πολιτικής: να μην βλέπουμε το κάθε νησί μόνο ως έναν τόπο που πρέπει να στηριχθεί, αλλά ως έναν τόπο που μπορεί να παράγει ανάπτυξη, να δημιουργεί ευκαιρίες και να ενισχύει συνολικά τη χώρα.


Όταν επενδύουμε στις υποδομές ενός νησιού, όταν κρατάμε ζωντανές τις τοπικές κοινωνίες, όταν εξασφαλίζουμε ασφαλείς και αξιόπιστες συνδέσεις, όταν δημιουργούμε συνθήκες για να παραμείνουν οι νέοι άνθρωποι στον τόπο τους, δεν κάνουμε απλώς κοινωνική πολιτική.


Ενισχύουμε την πραγματική παρουσία της Ελλάδας στον νησιωτικό της χώρο.Και αυτή η πραγματική παρουσία έχει ιδιαίτερη σημασία και για τη συζήτηση γύρω από τις θαλάσσιες ζώνες. Δεν υποστηρίζω ότι η ανάπτυξη ενός νησιού από μόνη της δημιουργεί νομικά δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες.


Τα κυριαρχικά μας δικαιώματα θεμελιώνονται στο Διεθνές Δίκαιο.


Για εμάς τους Δωδεκανήσιους, αυτή η συζήτηση έχει συγκεκριμένα ονόματα.


Ρόδος. Κάρπαθος. Κάσος. Κως. Κάλυμνος. Λέρος. Σύμη. Καστελλόριζο.


Όταν μιλάμε για θαλάσσιες ζώνες στην περιοχή μας, δεν μιλάμε για αφηρημένες γραμμές πάνω σε έναν χάρτη.


Μιλάμε για έναν γεωγραφικό χώρο όπου συναντώνται το Διεθνές Δίκαιο, η εξωτερική πολιτική, η ασφάλεια, η οικονομία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας.

 

Γι’ αυτό και θεωρώ σημαντικό ένα ακόμη στοιχείο της δουλειάς του Γιώργου Νούλα. Δεν απομονώνει τη νομική διάσταση από τη διπλωματική.


Εδώ ακριβώς συναντώνται η νομική γνώση και η διπλωματία.


Θέλω, λοιπόν, να συγχαρώ ειλικρινά τον Γιώργο Νούλα για τον κόπο, την έρευνα και κυρίως για την επιλογή του να καταπιαστεί με τις δύσκολες πλευρές ενός θέματος που βρίσκεται στον πυρήνα των ελληνικών ενδιαφερόντων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.


Τέτοιες μελέτες βοηθούν τον δημόσιο διάλογο να ξεφύγει από τις εύκολες διατυπώσεις και να περάσει στην ουσία.


Και στα εθνικά θέματα αυτό είναι απαραίτητο.


Χρειαζόμαστε γνώση, τεκμηρίωση, σοβαρότητα και σταθερή προσήλωση στο διεθνές δίκαιο.


Εύχομαι το βιβλίο να διαβαστεί, να συζητηθεί και να αποτελέσει αφορμή για έναν γόνιμο διάλογο.


Και εύχομαι στον Γιώργο Νούλα κάθε επιτυχία στη συνέχεια της επιστημονικής και επαγγελματικής του πορείας.


Σας ευχαριστώ.



 

Σχόλια


ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΑ ΝΕΑ ΜΑΣ

Λάβετε τις τελευταίες ενημερώσεις
από τις δράσεις μας

Ευχαριστούμε.

banner 300x250.jpg

Ιωάννης Παππάς

τ. Υφυπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής

Βουλευτής
Δωδεκαννήσου ΝΔ

  • Facebook
  • Twitter
  • YouTube
  • Instagram

© 2023 Ιωάννης Παππάς

Με επιφύλαξη κάθε νόμιμού δικαιώματος

Αθήνα | Σέκερη 1, Κολωνάκι | Τηλ: 2103387707

Ρόδος | Ιερού Λόχου 14 |Τηλ: 2241601447

Κως | Ελευθ. Βενιζέλου 18 |Τηλ: 2242020098

bottom of page